Ι. Καμτσίδου, Αν. Καθηγ. ΑΠΘ, Πρόεδρος ΕΚΔΔΑ "Για τα νέα σύνορα της Ευρώπης. Το Σύνταγμα''

Ι. Καμτσίδου, Αν. Καθηγ. ΑΠΘ, Πρόεδρος ΕΚΔΔΑ “Για τα νέα σύνορα της Ευρώπης. Το Σύνταγμα”

Για τα νέα σύνορα της Ευρώπης: σκέψεις σχετικά με την σημασία του πολιτικού Συντάγματος στην Ε.Ε.

1. Η Ε.Ε. μπροστά στην κρίση: μια συντακτική στιγμή;

Ένα από τα σημαντικότερα θύματα της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρ’ ότι οι θεσμικοπολιτικές εξελίξεις δείχνουν, ότι η Ε.Ε είναι ένας από τους παράγοντες που διαμορφώνουν και επιβάλλουν τις πιο κρίσιμες πολιτικές στα κράτη- μέλη της, ορθότερα στα κράτη που παρασύρθηκαν από την δίνη της οικονομικής κρίσης, η ίδια πραγματικότητα μαρτυρά, ότι το οικοδόμημα της Ένωσης κλυδωνίζεται. Πραγματικά, η διαχείριση των προβλημάτων που ανέκυψαν από το δημόσιο χρέος των «Γουρουνιών» (PI[I]GS) πραγματοποιείται έξω από το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την λειτουργία της Ε.Ε. και με τρόπο που ανατρέπει την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ των οργάνων της, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ίδια την υπόστασή της. Η υπόσχεση που δόθηκε κατά την κατάρτιση των ιδρυτικών Συνθηκών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και που ανανεώθηκε με την υιοθέτηση της Συνθήκης του Μάαστριχ για την ΕΕ, ότι δηλαδή η ανάπτυξή τους ως «κοινότητας δικαίου» μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνον την ειρηνική συνύπαρξη των κρατών της Ευρώπης, αλλά και την αποτελεσματική προστασία της προσωπικής και πολιτικής αυτονομίας των πολιτών τους , παραμένει ανεκπλήρωτη και σήμερα πλέον μοιάζει ουτοπική.

Η ΕΕ αντιμετωπίζει την κρίση εγκαταλείποντας το βασικό εργαλείο της, το δίκαιο και προχωρεί στην λήψη μέτρων και αποφάσεων που παραγνωρίζουν σημαντικές πτυχές του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, ενώ παράλληλα τείνουν να εισαγάγουν μια νέα αντίληψη για την άσκηση της ενωσιακής εξουσίας και, γενικότερα, για την δικαιική οριοθέτηση του εξουσιαστικού φαινομένου. Επιπλέον, η εφαρμογή των παραπάνω αποφάσεων της Ε.Ε. στο εσωτερικό των κρατών μελών, πραγματοποιήθηκε εν πολλοίς με τον παραμερισμό των συνταγματικών διαδικασιών και οργάνων , με αποτέλεσμα να υποθηκεύεται ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματός τους, όπως γλαφυρά δείχνει το ελληνικό παράδειγμα. Με δυο λόγια, η διαχείριση της κρίσης απομακρύνει αληθινά την προοπτική εγκατάστασης μιας δια του δικαίου δημοκρατικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, ταυτόχρονα δε υπονομεύει την ικανότητα των εθνικών Συνταγμάτων να εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών.

Τούτη η θεσμική «υπαναχώρηση» της ΕΕ αποδίδεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην έλλειψη Συντάγματος. Η ευκολία με την οποία οι πολιτικές ελίτ παρέκαμψαν ορισμένους βασικούς κανόνες λειτουργίας της Ένωσης, καθώς και η επέκταση του δημοκρατικού ελλείμματος στα κράτη-μέλη ωθούν στην αναζήτηση λύσεων για την συνταγματική οργάνωση της πολιτικής εξουσίας σε ευρωπαϊκό πια επίπεδο. Έτσι, υποστηρίζεται, ότι η θέσπιση ενός Συντάγματος για την Ε.Ε. θα ευνοήσει την εγκατάσταση μιας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης με δημοκρατική καταγωγή, προκειμένου όσοι την ασκούν να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν την ασφυκτική πίεση των οικονομικά ισχυρών παραγόντων και να διαμορφώνουν πολιτικές με βάση το «γενικό συμφέρον» των λαών της Ευρώπης . Το αίτημα η Ένωση να μην παραμείνει ένας οργανισμός, που η επιβίωσή του θα εξαρτάται από την συμμόρφωσή του στα κυρίαρχα δόγματα των «αγορών» και που θα επιταχύνει την παρακμή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στα κράτη μέλη του, μετατρέπεται σε πρόταση για μια ευρωπαϊκή εξουσία δικαιικά οριοθετημένη, ορθολογικά οργανωμένη και ισχυρή, μέσα από την σαφή δημοκρατική της νομιμοποίηση.

Το αίτημα αυτό ξενίζει˙ η αποτυχία της προσπάθειας για την συνταγματοποίηση της Ε.Ε μόλις πριν από μια δεκαετία, όταν το Σύνταγμα για την Ευρώπη απορρίφθηκε πανηγυρικά από όσους λαούς ρωτήθηκαν σχετικά, ανέδειξε την ιδιαίτερη δυσκολία του εγχειρήματος. Εξ ου, οι πιο ένθερμοι ευρωπαϊστές αναγνώρισαν, ότι η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης δεν μπορεί να γίνει κανονιστικά και άνωθεν, ότι η υιοθέτηση ενός τυπικού Συντάγματος δεν αρκεί για την δημιουργία μιας ευρωπαϊκής πολιτικής κοινότητας και ότι χωρίς την ανάδυση της τελευταίας, την εξουσία θα μοιράζονται η γραφειοκρατία των Βρυξελών και οι αρχηγοί των κρατών, όπως και αν ονομάσει κανείς του θεμελιώδεις κανόνες της Ένωσης . Για τον λόγο αυτό, οι συνταγματικές φιλοδοξίες υποχώρησαν και η επιστροφή στην λειτουργική, κοινοτική μέθοδο σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου αναστοχασμού για το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης.

Όμως, η περίοδος αυτή υπήρξε σύντομη και η κατάληξή της ατυχής, καθώς η κρίση έδειξε τα όρια της «βήμα προς βήμα» μεθόδου διαχείρισης των κοινοτικών πραγμάτων. Η ΕΕ κινήθηκε πολύ αργά και εντελώς αναποτελεσματικά, ενώ οι επιλογές της ηγεσίας της ενσωματώνουν την παραδοχή, ότι η Ευρώπη, με την σημερινή φυσιογνωμία της, δεν έχει την δυνατότητα να αποτελεί έναν αυτόνομο παίκτη στην διεθνή οικονομική διακυβέρνηση ούτε να καθορίζει πολιτικές ή να ρυθμίζει τα κρίσιμα κοινωνικά πεδία.

Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, η απορία για την δυνατότητα ή/και την σκοπιμότητα της συνταγματικής οργάνωσης Ευρώπης να μην έχει μόνον ιστορική αναφορά: η ίδια η πραγματικότητα θέτει το ερώτημα, αν στις παρούσες συνθήκες υπάρχει κάποιο περιθώριο να σχεδιαστούν κανονιστικά όρια στην δράση των κυβερνώντων, να εγκατασταθούν δεσμοί των τελευταίων με την λαϊκή βούληση και μηχανισμοί πολιτικής ευθύνης ή μήπως ήρθε η ώρα να εγκαταλειφθεί η συνταγματική οργάνωση της εξουσίας ως μέθοδος της πολιτικής θέσμισης των κοινωνιών. Συγκεκριμένα, παρ’ ότι η οικονομική κρίση αναγνωρίζεται ως εξαιρετική περίσταση, ως έκτακτη κατάσταση, για την αντιμετώπισή της υιοθετούνται μέθοδοι, που επιφέρουν δομικές μεταβολές στην κοινοτική έννομη τάξη, οι οποίες δύσκολα μπορούν να ανατραπούν με την επιστροφή στην κανονικότητα και που απομακρύνουν ακόμη περισσότερο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα από το μοντέλο της συνταγματικής δημοκρατίας.

Καταρχάς, ο υπαρξιακός χαρακτήρας που αποδίδεται στην διαχείριση των περιστάσεων και η επιδίωξη να περιοριστούν οι συνθήκες που τις δημιούργησαν, εισάγουν μια νέα, διαφορετική αντίληψη για την νομιμότητα, ακόμη και την καταστατική σε ενωσιακό επίπεδο: η δράση της Ένωσης καθορίζεται με όρους αποτελεσματικότητας, με αποτέλεσμα οι κανόνες που τα όργανά της υιοθετούν, να αποτυπώνουν κατά κύριο την «ορθολογικότητα» των αγορών και να επιδιώκουν την συμμόρφωση σε αυτή. Επιπλέον, ο παραπάνω προσανατολισμός, ευνόησε την ανάδειξη των ισχυρών κρατών-μελών, με προεξάρχουσα την Γερμανία, σε οιονεί «κυβερνητικούς» παράγοντες της ΕΕ, δεδομένου ότι αυτά αφενός είναι αξιόπιστοι συνομιλητές των οικονομικών παραγόντων, αφετέρου μπορούν να διαφυλάξουν την αναγκαία για την παγκόσμια αγορά ευταξία. Έτσι, εν τοις πράγμασι και σταθερά, η διαμόρφωση των πολιτικών της Ένωσης πραγματοποιείται μέσω μιας ιδιότυπης διακυβερνητικής μεθόδου, που παραμερίζει τις θεσπισμένες διαδικασίες και όργανα.

Μάλιστα, αυτές οι εξελίξεις παρουσιάζονται είτε ως εκδήλωση αναπόδραστου πολιτικού πραγματισμού είτε ως συμμόρφωση σε θεμελιώδη φυσικό κανόνα, από το πεδίο του οποίου δεν μπορεί να εξαιρεθεί η Ένωση. Δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση έναντι της προσαρμογής στα δόγματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας διακηρύσσεται τις 3 τελευταίες δεκαετίες , είναι δε ζήτημα επιβίωσης των κρατών και της ΕΕ ο εγκλιματισμός τους στην διεθνή πραγματικότητα. Ιδωμένες, όμως από την παραπάνω σκοπιά, οι συντελούμενες μεταβολές προσλαμβάνουν συντακτική διάσταση για την Ένωση: η εγκατάλειψη του σχεδίου η Ευρώπη να λειτουργεί ως ένα υπερεθνικό «κράτος δίκαιου» και η προσχώρηση στο μοντέλο της «καθολικής αγοράς» αλλάζουν την αποστολή και την φυσιογνωμία της ΕΕ. Ο δομικός χαρακτήρας της επερχόμενης μεταβολής δικαιολογεί την κάπως βιαστική επάνοδο της συζήτησης για το συνταγματικό ζήτημα της Ευρώπης. Ενώπιον της εγκατάστασης μιας ενωσιακής εξουσίας, η οποία θα οργανώνεται έτσι, ώστε να επιβάλλεται ως ισχυρός παίκτης στο διεθνές «law shopping» , τα κράτη και ιδίως οι πολίτες της Ευρώπης οφείλουν να επιδιώξουν μια ισοδύναμη θεσμική απάντηση, να διερευνήσουν αν και πως είναι δυνατόν η ενωσιακή εξουσία να διατηρήσει μια σχέση με αυτούς επί των οποίων ασκείται, να ανάγεται στην βούλησή τους και να υπάγεται στον έλεγχό τους.

2. Η αποθέσμιση της Ε.Ε. : η εισαγωγή του «ήπιου» δικαίου και η άσκηση κοινοτικής εξουσίας από ad hoc διεθνείς οργανισμούς.

Η σφοδρότητα που προσέλαβε η κρίση και οι εικαζόμενες δραματικές συνέπειες της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, επέβαλλαν μια άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση της Ένωσης. Τούτη εκδηλώθηκε με ενέργειες που σηματοδοτούν την «αποχώρηση» από το κοινοτικό θεσμικό πλαίσιο, που παραμερίστηκε άκοπα και έτσι δημιουργήθηκε ένα πεδίο «ελεύθερο από το κοινοτικό δίκαιο», όπου λήφθηκαν οι κρισιμότερες για την ΕΕ, τα κράτη και τους πολίτες αποφάσεις. Εντελώς συνοπτικά, η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ- EFSF) ως προσωρινού μηχανισμού διάσωσης των δημοσιονομικά ασταθών μελών της Ευρωζώνης και στην συνέχεια η εγκαθίδρυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ – ESM) ως διεθνούς οργανισμού για την εξασφάλιση βιώσιμης χρηματοδότησης όποιου μέλους της Ευρωζώνης την έχει ανάγκη, δεν διέθεταν το απαιτούμενο νομικό έρεισμα στο ενωσιακό δίκαιο, το οποίο αντίθετα περιλαμβάνει την ρήτρα «μη διάσωσης» (non bail out clause) ως βασικό πυλώνα λειτουργίας της Ε.Ε. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, η ίδρυσή τους δεν υπήρξε προϊόν κοινοτικών διαδικασιών, αλλά στηρίχθηκε σε άλλα νομικά εργαλεία. Έτσι, ήταν διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες εμπλέκονται και κοινοτικά όργανα (Επιτροπή και ΕΚΤ), καθώς και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), που θεμελίωσαν την γέννησή των προαναφερόμενων οργανισμών και πλαισιώνουν την λειτουργία τους, ενώ σε βασικό πυλώνα της τελευταίας αναγορεύεται ο σεβασμός του δόγματος των «αυστηρών όρων» (strict conditionalities).

Πρόκειται, για το δόγμα που επιβάλλει, η δανειοδότηση να πραγματοποιείται υπό την προϋπόθεση θέσπισης κανόνων που αποτυπώνουν συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες, όπως αυτοί διαμορφώνονται κυρίως από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Με βάση τους δείκτες αυτούς αποτιμώνται όχι μόνον η οικονομική πολιτική, αλλά και η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης του κράτους-οφειλέτη και η ανάπτυξη των πολιτικών στους πιο κρίσιμους για την κοινωνία τομείς, όπως αυτοί της κοινωνικής ασφάλισης, της υγείας, της εκπαίδευσης, ακόμη και της δικαιοσύνης, ώστε η τήρησή τους να ανάγεται σε προϋπόθεση εκταμίευσης των δόσεων του δανείου. Οι παραπάνω κρίσιμες ρυθμίσεις δεν περιλαμβάνονται στις σχετικές διεθνείς συμβάσεις˙ αποτελούν άτυπες συμφωνίες, που με την μορφή Μνημονίων Κοινής Κατανόησης (Memorandums of Understanding) τις συνοδεύουν, αποτελώντας το δικαιοπρακτικό θεμέλιό τους και καθορίζοντας ουσιαστικά την λειτουργία της συμβατικής σχέσης. Τούτο σημαίνει, ότι τόσο σε εθνικό, όσο και ενωσιακό επίπεδο, τα αρμόδια όργανα είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται σε κανόνες, που δεν έχουν θεσπιστεί με όρους διαφάνειας και δημοκρατικής νομιμοποίησης και που δεν εντάσσονται στην ιεραρχία της έννομης τάξης, με αποτέλεσμα να εκφεύγουν του δικαιοκρατικού δικαστικού ελέγχου.
Τούτη η εξέλιξη δεν είναι αμελητέα, αρκεί δε η αναφορά στην ελληνική περίπτωση και ειδικότερα στην πολυσυζητημένη υπόθεση του λεγόμενου πρώτου Μνημονίου για να δειχθούν οι συνέπειες της. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, όντας αντιμέτωπο με αιτιάσεις σχετικά με την αντισυνταγματικότητα πλείστων ρυθμίσεων που περιλαμβάνονταν στα αρχικά Μνημόνια και στους εφαρμοστικούς τους νόμους, υιοθέτησε την ακόλουθη άποψη : τα Μνημόνια παρ΄ότι είναι προϊόντα συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών αρχών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ και οι δεσμεύσεις που δυνάμει αυτών ανέλαβε η Ελλάδα έναντι των δανειστών της συνιστούν τις προϋποθέσεις καταβολής των δανειακών δόσεων, δεν διαθέτουν «νομική δεσμευτικότητα»˙ καταγράφουν απλώς το πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβέρνησης, καθορίζουν δηλαδή τους στόχους της γενικής πολιτικής της χώρας και τα μέσα επίτευξής τους. Το ανώτατο ακυρωτικό έκρινε, λοιπόν, ότι τα Μνημόνια δεν είναι διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες , ότι αποτελούν «ήπιο» δίκαιο (soft law) και δεν εξήτασε, αν συνέτρεχαν οι συνταγματικά προβλεπόμενοι όροι για την υιοθέτησή τους.

Είναι βέβαια αλήθεια, ότι στην Ελλάδα η εξέταση των διαδικασιών ψήφισης των νόμων από το Κοινοβούλιο εξαιρείται του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων , που είναι έλεγχος μη αντίθεσης του περιεχομένου του νόμου στα προβλεπόμενα από τον καταστατικό χάρτη. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πλειοψηφία του Δικαστηρίου έκρινε, ότι το ζήτημα, αν το Μνημόνιο έχει τον χαρακτήρα διεθνούς συμφωνίας, συνιστά όρο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 28 παρ.2 Συντ , ο σεβασμός της οποίας δεν ανάγεται στα interna corporis του νομοθετικού σώματος, επομένως θα μπορούσε να ελεγχθεί δικαστικά. Έτσι, απέρριψε τον σχετικό λόγο ακυρώσεως στηριζόμενη στην νομική φύση του Μνημονίου και επικύρωσε την εισαγωγή στην έννομη μας τάξη μιας κατηγορίας κανόνων, που η «ήπια» μορφή τους αποτρέπει τον δικαστικό έλεγχό τους. Η σημασία της παραπάνω δικαστικής κρίσης δεν περιορίζεται στο ότι με αυτήν επικυρώθηκε μια διαδικασία, που είχε περιθωριοποιήσει το Ελληνικό Κοινοβούλιο κατά την λήψη αποφάσεων οι οποίες καθορίζουν την τύχη της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Εκτείνεται στην αναγνώριση, πως οι ρυθμίσεις αυτές, που δεσμεύουν την νομοθετική και κυβερνητική πολιτική της χώρας, δεν διαθέτουν επιτακτικό κανονιστικό περιεχόμενο, γεγονός που αποτρέπει τον έλεγχο τους από το δικαστήριο.
Ταυτόχρονα, η συμμόρφωση στους όρους που θέτει το «ήπιο» δίκαιο, αναγνωρίζεται τόσο από τους κυβερνώντες, όσο και από τους δανειστές, ως προϋπόθεση της επιβίωσης του κράτους, με αποτέλεσμα η παρέκκλιση από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις να μοιάζει ανεδαφική, αν όχι αδιανόητη. Με τον τρόπο αυτό, τα προτάγματα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ορθοδοξίας προσδιορίζουν καθοριστικά το περιεχόμενο των κανόνων που καταλαμβάνουν ευρύτατο πεδίο δημόσιων πολιτικών, καθώς και αυτών που ρυθμίζουν τις πιο σημαντικές κοινωνικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα οι εργασιακές . Μάλιστα, μέσα από την ελληνική περίπτωση, το «ήπιο» δίκαιο εισέρχεται επίσημα και στην κοινοτική έννομη: με την 2010/320/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ, επιβεβαιώθηκαν οι ενέργειες, στις οποίες όφειλε να προχωρήσει η Ελλάδα, για να εκπληρώσει την υποχρέωση περιορισμού του υπερβολικού ελλείμματος και τα Μνημόνια έγιναν εργαλείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Η αντικατάσταση της παραπάνω απόφασης του Συμβουλίου με τις 2011/791/ΕΕ, 2012/211/ΕΕ και 2013/6/ΕΕ επιβεβαίωσε την ενσωμάτωση του «soft law» στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, καθώς με αυτές επιβλήθηκε στην Ελλάδα η λήψη πρόσθετων μέτρων κατά τα προβλεπόμενα στο Μνημόνιο ΙΙ.

Επιπλέον, τα κράτη-μέλη της Ένωσης (πλην της Βρετανίας και της Τσεχίας) υπέγραψαν στις 2-3-2012 την Συνθήκη για την σταθερότητα, τον συντονισμό και την διακυβέρνηση στην ΟΝΕ, που κύριος στόχος της είναι να δεσμεύει τα κράτη να διατηρούν «υγιή» δημόσια οικονομικά, ανάγοντας την πολιτική της λιτότητας σε συνταγματικό σκοπό των Κρατών μελών της Ευρωζώνης. Συγκεκριμένα, με την Συνθήκη, τα κράτη αποδέχθηκαν να εισαγάγουν στο εθνικό δίκαιο το αργότερο ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος της, μέσω διατάξεων δεσμευτικού και μόνιμου χαρακτήρα, «…κατά προτίμηση συνταγματικού ή άλλως διατάξεων των οποίων η πλήρης τήρηση και εκπλήρωση κατοχυρώνονται μέσω των διαδικασιών που διέπουν τον εθνικό προϋπολογισμό» τον λεγόμενο χρυσό δημοσιονομικό κανόνα, δηλαδή την υποχρέωση κατάρτισης ισοσκελισμένων ή πλεονασματικών προϋπολογισμών. Έτσι, τίθεται ένας δραστικός περιορισμός στην εξουσία διαμόρφωσης όχι μόνον της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών της Ένωσης στο σύνολό της, αλλά και όλων των πολιτικών που συναρτώνται με τις κρατικές δαπάνες. Εκπαίδευση, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, πολιτισμός στην Γηραιά Ήπειρο δεν θα μπορούν να υποστηριχθούν παρά μόνον στο παραπάνω ασφυκτικό πλαίσιο και δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι διαμορφώνεται ένα οικονομικό Σύνταγμα της Ευρώπης προσαρμοσμένο απολύτως στις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις.

Περαιτέρω, η Συνθήκη αυτή (άρθρο 12) προβλέπει τις άτυπες συνόδους κορυφής των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων των συμβαλλόμενων μερών με νόμισμα το ευρώ, μαζί με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με την συμμετοχή του Προέδρου της ΕΚΤ. Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Πρόεδρος της συνόδου κορυφής για το ευρώ διορίζεται με απλή πλειοψηφία των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων, ταυτόχρονα με την εκλογή του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και για θητεία ίσης διάρκειας.

Ένα σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής πολιτικής αυτονομείται και διαμορφώνεται από όργανα που λειτουργούν παράλληλα με αυτά της Ένωσης, ενώ η δράση των τελευταίων έχει κατά κάποιο τρόπο αδρανοποιηθεί. Στο Συμβούλιο, οι πιο κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται υπό την επικυριαρχία των οικονομικά ισχυρών κρατών-μελών, που στην αρχή της κρίσης εκδηλώθηκε με την ανάδειξη ενός «Διευθυντηρίου» συγκροτούμενου από την Γερμανίδα Καγκελάριο και τον Γάλλο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που συνεργάζονταν στενά με την ΕΚΤ. Η μεγάλη εκλογική νίκη της κ. Μέρκελ το φθινόπωρο του 2013 και η αλλαγή στην γαλλική προεδρία της Δημοκρατίας τον ίδιο χρόνο μετέβαλλαν την ισορροπία και η διοίκηση των ευρωπαϊκών υποθέσεων υπακούει κατά κύριο λόγο στις προτεραιότητες της Γερμανίας.

Η διακυβέρνηση, λοιπόν, της Ε.Ε., εκτός από πολυεπίπεδη , διασπασμένη και δύσκολα ελεγχόμενη από τους κυβερνώμενους, ασκείται πια χωρίς δικαιικά όρια, ορθότερα μέσα στα όρια που θέτουν οι αόρατες και παντοδύναμες αγορές, που κατορθώνουν να μεταβάλλουν τα δόγματά τους σε περιεχόμενο των θεμελιωδέστερων κανόνων της Ένωσης. Έτσι, η ανάγκη για την επαναθεμελίωση μιας εξουσίας που θα στηρίζεται στο δίκαιο, θα οργανώνεται από αυτό, θα επιστρέψει στο έδαφος και συνακόλουθα στους λαούς που το κατοικούν προσλαμβάνει υπαρξιακή διάσταση

3. Το πολιτικό Σύνταγμα και η επαναθεμελίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, η θέσπιση ενός Συντάγματος για την Ευρώπη δεν σημαίνει την σύνταξη μιας νέας πολιτικής οντότητας, που θα μορφοποιηθεί δικαιικά και πολιτικά μέσα από αυτήν την διαδικασία. Η ΕΕ αποτελεί μια πολύπλοκη δομή άσκησης εξουσίας, η οποία, παρά την έλλειψη τυπικού Συντάγματος, λειτουργεί στο πλαίσιο ενός ουσιαστικού Συντάγματος , που συγκροτούν οι Συνθήκες, η ΕΣΔΑ και οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών. Αυτοί οι θεμελιώδεις κανόνες, το ευρωπαϊκό «μπλοκ της συνταγματικότητας», ρυθμίζουν για δεκαετίες την λειτουργία της Ένωσης, ενώ επίσης προβλέπουν και ειδική διαδικασία για την αναθεώρηση των Συνθηκών που αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες του.
Έτσι, αν και η Ένωση δεν διαθέτει την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας» πολύ περισσότερο τον χαρακτήρα κράτους, η εξουσία που ασκείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει προσλάβει συνταγματικά χαρακτηριστικά ιδίως σε εκείνους τους τομείς της αποκλειστικής αρμοδιότητας της ΕΕ, όπου η άσκησή της συνιστά έκφραση της κυριαρχίας, για παράδειγμα στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής. Επιπλέον, οι Συνθήκες τυποποιούν μια κατανομή των εξουσιών που ανάγονται στην κυριαρχία ανάμεσα στα κράτη μέλη και στην Ένωση, ενώ προστατεύουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ευρωπαίων πολιτών. Η συνταγματική ποιότητα των σχετικών κανόνων δύσκολα αμφισβητείται, παράλληλα, όμως, αυτός ο χαρακτήρας τους συντηρεί το δημοκρατικό έλλειμμα των ευρωπαϊκών θεσμών και συμβάλλει στην αποδυνάμωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στα κράτη μέλη της.

Πραγματικά, οι Συνθήκες, ακόμη και η Συνθήκη της Λισαβόνας, δεν στοχεύουν στην κανονιστική οριοθέτηση της πολιτικής εξουσίας της Ένωσης ούτε στην θεμελίωσή της στην βούληση των πολιτών της. Σε αντίθεση με τα Συντάγματα των κρατών μελών, που στην πλειοψηφία τους αποτύπωσαν τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά αιτήματα του λαού καθεμιάς χώρας, τα ευρωπαϊκά κείμενα υπήρξαν το έργο των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ και ενσωμάτωσαν τις πολιτικές τους στοχεύσεις, μεταγράφοντάς τες σε θεμελιώδεις κανόνες. Οι «ιδρυτές πατέρες» των Κοινοτήτων δεν συνέλαβαν το ευρωπαϊκό εγχείρημα μέσα από την διαδικασία ανατροπής των ολοκληρωτικών πολιτευμάτων που είχαν πνίξει στο αίμα την Γηραιά Ήπειρο ούτε ενόψει της φιλοδοξίας να εγκαταστήσουν μηχανισμούς που θα εξασφάλιζαν την δημοκρατική αντιπροσώπευση των ευρωπαίων πολιτών. Εξέφρασαν και διαρρύθμισαν θεσμικά, την επιλογή των κρατών να συνεργαστούν σε συγκεκριμένους τομείς και αυτήν την επιλογή εξυπηρετούν οι Συνθήκες.

Για τον λόγο αυτό, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έτειναν –και σε μεγάλο βαθμό τείνουν- να υπηρετήσουν την ομαλή λειτουργία ενός πεδίου ελεύθερων συναλλαγών, στο εσωτερικό του οποίου η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων θα αποτελούσε την κύρια εγγύηση της ειρήνης και της καλής συνεργασίας των πρωταγωνιστών αυτής της πρωτοβουλίας, δηλαδή των κρατών. Παρ’ ότι, λοιπόν, η ίδρυση των Κοινοτήτων αποτελούσε μια απάντηση στην ναζιστική θηριωδία και στους καταστροφικούς εθνικισμούς, η σύνδεσή τους με την ανάπτυξη της ελεύθερης αγοράς και τους κανόνες της, προσδιόρισαν τη θεσμική φυσιογνωμία τους. Καθώς η αγορά δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς την ύπαρξη μιας ισχυρής εξουσίας που θα προστατεύει τον ανταγωνισμό και γενικότερα τις βασικές οικονομικές αρχές, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αποτέλεσαν τους πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Στα όργανα αυτά ανατέθηκε τόσο η νομοθετική, όσο και η εκτελεστική εξουσία, χωρίς η διάκριση των εξουσιών που αποτελεί το θεμέλιο κάθε συνταγματικά οργανωμένης κοινότητας να στηρίζει την κατανομή των αρμοδιοτήτων τους. Με τον τρόπο αυτό, ο προσδιορισμός των ευρωπαϊκών αγαθών και η διαχείρισή τους είτε με την υιοθέτηση κανόνων δικαίου είτε με την πραγμάτωση πολιτικών ανατέθηκε σε όργανα που είναι ταγμένα να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των κρατών μελών και μιας κοινότητας με κατεξοχήν οικονομικό χαρακτήρα. Οι λαοί της Ευρώπης και οι αντιπρόσωποι τους αποκλείστηκαν όχι μόνον από την «συντακτική» διαδικασία των κοινοτήτων, αλλά και από το νομοπαραγωγικό έργο, ενώ στερήθηκαν εντελώς την δυνατότητα να ελέγχουν όσους ασκούν κοινοτική εξουσία.
Βέβαια, κατά την πρόοδο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η θέση των πολιτών και των αντιπροσωπευτικών οργάνων στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα βελτιώθηκε. Η Συνθήκη του Μάαστριχ εισήγαγε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια και αναγνώρισε την ισότητα των πολιτών, στους οποίους μάλιστα εξασφάλισε την δυνατότητα συμμετοχής στην λήψη των αποφάσεων δημιουργώντας την προσδοκία ότι οι λαοί θα αποκαταστήσουν λόγο για την άσκηση της εξουσίας. Ακόμη η Συνθήκη αναβάθμισε το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επιχείρησε να συναρθρώσει τα εθνικά Κοινοβούλια στην λειτουργία της Ένωσης. Οι ρυθμίσεις αυτές, πάντως, δεν κατόρθωσαν να μειώσουν το δημοκρατικό έλλειμμα ούτε επέτρεψαν στους πολίτες να απολαμβάνουν ισότιμα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους.
Μετά την αποτυχία του σχεδίου υιοθέτησης του «Συντάγματος για την Ευρώπη» η Συνθήκη της Λισαβόνας παρουσιάστηκε ως «μια νέα φάση στη διαδικασία μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες» και η στόχευση αυτή, που εκφράζεται μέσα από αρκετές διατάξεις , μοιάζει να στηρίζει την άποψη ότι έχει επέλθει μια σημαντική θεσμική μεταβολή : Η ΕΕ προσέλαβε χαρακτηριστικά πολιτικής ένωσης, οι ευρωπαϊκοί λαοί αναγνωρίζονται ως πρωταγωνιστές της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και υποκαθιστούν σταδιακά τα κράτη στην συντακτική της λειτουργία . Επομένως, η εκκίνηση μιας διαδικασίας αναθεώρησης των Συνθηκών μπορεί να αποτελέσει την οδό ανασύνταξης της ΕΕ με την συμμετοχή των πολιτών και σύμφωνα με τις κατευθύνσεις, που αυτοί θα χαράξουν.
Μια τέτοια προσπάθεια, όμως, θα πρέπει να λάβει υπόψη τις αντιφάσεις που διατρέχουν το ευρωπαϊκό ουσιαστικό Σύνταγμα και υπέταξαν την διακυβέρνηση της Ένωσης στα δόγματα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Οι «κύριοι των Συνθηκών» δηλαδή τα κράτη και η πολιτική ελίτ της Ένωσης, αν και ενέταξαν στο πρωτογενές δίκαιο διατάξεις που στοχεύουν να διευκολύνουν την συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, διατήρησαν ως θεμελιώδεις τις αρχές που στήριξαν την ίδρυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος : η ΕΕ παραμένει προσανατολισμένη στην εξασφάλιση των όρων λειτουργίας μιας ενιαίας και ελεύθερης αγοράς και για τον λόγο αυτό η ΣΛΕΕ επιβάλλει στα όργανά της να «Εργάζ[ονται] για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας» .

Ο πρωταρχικός δεσμός ανάμεσα στη Ένωση και στην αγορά επηρεάζει την πραγμάτωση των επιμέρους δημοκρατικού ή κοινωνικού χαρακτήρα στόχων που θέτει το ουσιαστικό της Σύνταγμα και επιτρέπει αυτοί να κάμπτονται από τους οικονομικούς κανόνες, που αναδύονται «αυθόρμητα» από την λειτουργία των αγορών. Με άλλα λόγια, οι προαναφερθείσες μεταμορφώσεις του ευρωπαϊκού δικαίου κατά την διάρκεια της κρίσης και η προσαρμογή του στα προτάγματα ενός συγκεκριμένου οικονομικού δόγματος, προσκτώνται συνταγματικό θεμέλιο σε ενωσιακό επίπεδο. Έχοντας ιδρυθεί ως αυτόνομη κοινότητα, που προορίζεται να εξασφαλίζει την λειτουργία της ελεύθερης αγοράς στην πιο αυθεντική μορφή της, η Ένωση δείχνει νομικά δεσμευμένη να πλαισιώνει και όχι να καθυποτάσσει κανονιστικά την οικονομική διαδικασία, να μεριμνά, ώστε η αγορά που αναπτύσσεται στην επικράτειά της, να διαθέτει την ανταγωνιστικότητα και την δυναμική που απαιτεί η παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Επομένως, αν κανείς αναζητά διέξοδο στα αδιέξοδα της Ένωσης μέσω της συνταγματικής οδού, θα πρέπει κατά πρώτο λόγο να αναζητήσει μεθόδους ικανές να εξασφαλίσουν την αυτονομία της ενωσιακής εξουσίας σε σχέση με τους παράγοντες των αγορών : η υπέρβαση της κρίσης της ΕΕ προϋποθέτει, ότι θα εγκατασταθούν νέοι θεσμοί που θα συμβάλλουν, ώστε οι ευρωπαϊκές πολιτικές να μην υπαγορεύονται από τους «φυσικούς και αναλλοίωτους» νόμους της αγοράς, αλλά να διαμορφώνονται μέσα από έναν πλουραλιστικό δημόσιο διάλογο, μέσα από την αντιπαράθεση διαφορετικών πολιτικών σχεδίων για το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της. Προϋποθέτει, ότι οι ευρωπαίοι πολίτες θα έχουν θεσμικά την ευχέρεια να προσδιορίζουν με αυτόνομο τρόπο το νόημα και την κατεύθυνση που οφείλει να ακολουθεί η πολιτική εξουσία, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται στις επιταγές της θεολογίας των τεχνοκρατών του διεθνούς χρηματιστηριακού γίγνεσθαι. Η συζήτηση, λοιπόν, για ένα ευρωπαϊκό Σύνταγμα σήμερα αφορά την θέσπιση ενός πολιτικού Συντάγματος που δεν θα διεκδικεί την υπεροχή του με βάση την θέση των κανόνων του στην ιεραρχία των πηγών του δικαίου, αλλά με βάση το αντικείμενο του, δηλαδή την ικανότητά του να εγκαθιδρύσει την διάκριση ανάμεσα στην οικονομική διακυβέρνηση και στην δημοκρατική ρύθμιση της κοινωνικής ζωής.

Η αναθεώρηση του ουσιαστικού Συντάγματος της Ένωσης και ιδίως η αναθεώρηση των Συνθηκών σε μια τέτοια κατεύθυνση θα προσλάβει τον χαρακτήρα μιας «ειρηνικής επανάστασης»: το ευρωπαϊκό θεσμικό οπλοστάσιο, που συναρθρώνει τους τεχνοκράτες των Βρυξελών και τις εθνικές πολιτικές ελίτ σε μια πολύπλοκη δομή εξουσίας, έχει οδηγήσει σε υπερσυγκέντρωση της εξουσίας και στην αυτονόμησή της από την πολιτική βούληση των λαών, σε βαθμό πρωτόγνωρο στην ιστορία της νεωτερικότητας. Έτσι, η επιστροφή των λαών στο πολιτικό προσκήνιο και η αποκατάσταση της ουσιαστικής συμμετοχής τους στην διαδικασία επαναθέσμισης της Ένωσης αποτελεί μια ουσιαστική ανατροπή και για τον λόγο αυτό ένα δύσκολο εγχείρημα, που η κρίση το καθιστά ακόμη πιο αμφίβολο.
Πραγματικά, η ανάδειξη μιας διαιρετικής τομής ανάμεσα στα «σπάταλα» και τα «οικονόμα» κράτη, τα μεν επιπόλαια και ανεύθυνα, τα δε πιστά στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την συμμετοχή τους σε μια «κοινότητα δικαίου», δυσκολεύουν την ανάληψη μιας συντακτικής πρωτοβουλίας. Επιπλέον, η διαχείριση της κρίσης από την Επιτροπή και τα ισχυρά κράτη μέλη της Ένωσης βαθαίνει το χάσμα˙ οι σχέσεις μεταξύ εταίρων μετατράπηκαν σε σχέση δανειστή που παρέχει οδηγίες και λαμβάνει αποφάσεις και οφειλέτη, που είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται στις υποδείξεις. Με άλλα λόγια, οι ακολουθούμενες πολιτικές απομακρύνουν το ενδεχόμενο μιας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, καθώς αποστερούν τους υπερχρεωμένους λαούς από την αυτονομία τους : τα συστατικά της στοιχεία, δηλαδή η ισότητα ενώπιον των Συνθηκών και η ισότητα γενικότερα παραμερίζονται και η συμμετοχή τους στην διαδικασία επαναθέσμισης της Ένωσης υπονομεύεται ουσιαστικά. Οι εξελίξεις δικαιολογούν την απαισιοδοξία, η οποία ωστόσο είναι σύμφυτη με την δημοκρατική σκέψη . Δεδομένου ότι η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών δεν ικανοποιεί ποτέ στο ακέραιο τα αιτήματα και ουδέποτε εκπληρώνει πλήρως τις στοχεύσεις της πολιτικής κοινότητας, η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος έγκειται στην δυνατότητά του να υποδέχεται τις εντάσεις μεταξύ της εξουσίας και των πολιτών, μεταξύ των κρατικών δομών και της κοινωνίας και να επιτρέπει αυτές οι εντάσεις να επιλύονται με μεθόδους που θα τείνουν να διασφαλίσουν την πολιτική αυτονομία.

Στην παραπάνω κατεύθυνση, η αναδιάρθρωση της ενωσιακής εξουσίας, ώστε να εγκαθιδρυθεί ένα πεδίο, όπου θα εκφράζονται ισότιμα οι παράγοντες του δημοκρατικού παιγνιδιού και όπου θα εξασφαλίζεται η ουσιαστική συμμετοχή τους στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων, δεν είναι αδιανόητη. Ο αποτύπωση της πραγματικότητας είναι σκοτεινή, αλλά φωτίζεται αμυδρά από τους κοινούς αγώνες των λαών της Ευρώπης για την ισότητα και την ελευθερία, για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η πολιτική ιστορία της Ευρώπης και οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών αποτελούν την αναγκαία αναφορά για κάθε προσπάθεια ανασύνταξης της ΕΕ : Η θέσμιση μιας πολιτικής κοινότητας και η διαρρύθμιση μιας δημοκρατικής εξουσίας σε επίπεδο ΕΕ δεν μπορεί, προφανώς, να πραγματοποιηθεί κατ’ απομίμηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών του κράτους έθνους. Οι βασικές προκείμενες, όμως του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, όπως η διάκριση των εξουσιών, η ευθύνη των κυβερνώντων και ο έλεγχος τους από τον λαό και τους αντιπροσώπους του παραμένουν αξεπέραστες εγγυήσεις της προσωπικής και πολιτικής αυτονομίας. Συνεπώς, η «κωδικοποίηση» των κοινών αρχών των εθνικών συνταγμάτων και η ανανοηματοδότησή τους, ώστε να χρησιμεύσουν ως θεμέλιο μιας υπερεθνικής εξουσίας μπορεί να χρησιμεύσουν ως έναυσμα για την διαδικασία συνταγματοποίησης της Ευρώπης.

Εξάλλου, οι πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις για την εγκατάσταση μιας συνταγματικής δημοκρατίας στην Ένωση αξιοποιούν τις πιο παλιές και δοκιμασμένες αρχές του εθνικού συνταγματισμού. Ενδεικτικά, προτείνεται η δημιουργία αντιπροσωπευτικού σώματος των λαών, επιφορτισμένου με αρμοδιότητες ελέγχου της ενωσιακής εξουσίας, ιδίως με την αρμοδιότητα να προσδιορίζει αυτό την επιβολή των φόρων και να καθορίζει την χρήση τους, κατά το παράδειγμα των εξεγερμένων αμερικανών, που συγκροτήθηκαν σε πολιτικό σώμα με κύριο αίτημα « No taxation without representation » .

Τέλος, η προσπάθεια συνταγματοποίησης της Ένωσης πρέπει να αποσυνδεθεί από τον προβληματισμό της μετεξέλιξης της σε ομοσπονδιακό κράτους και να επικεντρωθεί στην αναζήτηση μηχανισμών δημοκρατικής αντιπροσώπευσης των ευρωπαϊκών λαών στις παρούσες συνθήκες. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αγωνία να διαφυλαχθεί οι κοινωνικός και πολιτισμός πλουραλισμός και να μην αλλοιωθούν οι διαφορετικές εθνικές ταυτότητες των κρατών μελών ευνόησε την αντίληψη, ότι η Ένωση μπορούσε να αποτελέσει μια ιδιότυπη οντότητα, πρωτόγνωρη στην παγκόσμια ιστορία, που η λειτουργία της θα στηρίζεται τόσο στους λαούς των κρατών μελών, όσο και στο υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό Δήμο. Ωστόσο, τα 65 χρόνια κοινής πορείας των κρατών μελών και η 20ετής αναγνώριση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας δεν οδήγησαν στην σύσφιξη των δεσμών μεταξύ των λαών ούτε στην διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής συνείδησης. Η απορία του ευρωπαϊκού Δήμου επικαθορίζει το μέλλον των θεσμικών μεταρρυθμίσεων και κατά την γνώμη μου υπονομεύει την συνταγματική και δημοκρατική δυναμική της Ένωσης.

Τούτο επειδή, ο ευρωπαϊκός Δήμος δεν μπορεί να αναδυθεί έξω από τους θεσμούς που πλαισιώνουν την έκφρασή του ως πολιτικού σώματος, που αποτελούν τον τόπο όπου τα αιτήματα των κοινωνικών ομάδων, των περιφερειών, των διαφορετικών ιδεολογικών τάσεων ή των θρησκευτικών, εθνοτικών, πολιτιστικών κλπ κοινοτήτων θα αντιπαρατίθενται ώστε να αναδεικνύονται οι σκοποί γενικού συμφέροντος, που θα νομιμοποιούν την ρύθμιση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της Ευρώπης. Η απουσία μηχανισμών, που θα εξασφάλιζαν την συμμετοχή των πολιτών στην αναζήτηση του δημόσιου συμφέροντος, απομακρύνει την προοπτική διαμόρφωσης μιας πολιτικής κοινότητας και εγκαθιστά έναν φαύλο κύκλο: η πολιτική ενοποίηση και εκδημοκρατισμός της Ένωσης αναβάλλονται μέχρι την διαπίστωση ύπαρξης του πολιτικού υποκειμένου που θα τις υποστηρίζει, το υποκείμενο όμως αυτό είναι αδύνατο να διαμορφωθεί στο πλαίσιο της υπάρχουσας δομής εξουσίας.

Είναι, λοιπόν, σήμερα κρίσιμο να ανοίξει η συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την αναθεώρηση των Συνθηκών. Καθώς οι περιστάσεις δε ευνοούν την σύγκληση των «γενικών τάξεων των λαών της Ευρώπης» η διαδικασία της αναθεώρησης των Συνθηκών θα δημιουργήσει τις συνθήκες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου που θα πρωταγωνιστήσει στην ολοκλήρωσή της. Μάλιστα, στον βαθμό που στην αναθεώρηση συμμετέχουν αντιπρόσωποι των εθνικών κοινοβουλίων, οι αρχηγοί των κρατών ή των κυβερνήσεων το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, η συγκρότηση του υποκειμένου αυτού δεν θα γίνει κανονιστικά και άνωθεν, αλλά μέσα από τις εντάσεις και τις αντιθέσεις που διατρέχουν σήμερα την Ένωση. Ο ευρωπαϊκός Δήμος θα αναδειχθεί μέσα από έναν διάλογο ανάμεσα στους λαούς που έχουν ταπεινωθεί από τις ευρωπαϊκές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης και σε αυτούς που έχουν την πεποίθηση ότι επιφορτίστηκαν μόνοι τους το οικονομικό της βάρος, ανάμεσα σε πολίτες που επιλέγουν την αυστηρότητα και την πειθαρχία ως βασικά εργαλεία για την επίτευξη της συνοχής της Ένωσης και σε όσους αναζητούν την προοπτική της μέσω της πραγμάτωσης των στόχων που προσδιορίζει το ουσιαστικό της Σύνταγμα, όπως η αλληλεγγύη και η ισότητα ενώπιον των Συνθηκών.

Η έναρξη, λοιπόν, της αναθεωρητικής διαδικασίας, μπορεί να δώσει στους πολίτες της Ένωσης την δυνατότητα να εξετάσουν τα διαφορετικά σχέδια για την δομή και την αποστολή της ΕΕ. Κυρίως, όμως αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία, η Ευρώπη να κατακτήσει ξανά τα σύνορά της, να διεκδικήσει την εξουσία να ρυθμίζει αυτή την τύχη των πολιτών της, να θέτει στόχους για το μέλλον της και να προσδιορίζει την πορεία της στην διεθνή πραγματικότητα. Αναζητώντας μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική η Ένωση μπορεί να γίνει ένα τεράστιο εργαστήρι, όπου οι διαφορετικές προτάσεις για την ανασύνταξή της θα διαφυλάξουν την υπόστασή της και θα της προσδώσουν τα χαρακτηριστικά μιας κοινότητας που σέβεται το κράτος δικαίου και επιδιώκει την δημοκρατική έκφραση των λαών της.

Close